Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Παραμύθια της Φωτιάς. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Παραμύθια της Φωτιάς. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τετάρτη 11 Αυγούστου 2010

Believe - Το Τραγούδι, το Κορίτσι και ο Ποιητής



Το παρακάτω διήγημα ξεκίνησε να γράφεται τον περσινό Αύγουστο και ολοκληρώθηκε το Σεπτέμβρη του 2009, κατά το διάστημα όπου η κόρη μας βρισκόταν ακόμα στην κοιλιά της Κατερίνας. Εξαρχής ήταν αφιερωμένο στον πατέρα μου, Πάρη Α. Χατζηκυριάκο, ο οποίος σαν σήμερα, 12 Αυγούστου του 1984, έφυγε για μια μακρινή χώρα, τη Χώρα Πάνω από τον Ουρανό.

Believe


Το Τραγούδι, το Κορίτσι και ο Ποιητής





…And for all the roads you followed

And for all you did not find

And for all the dreams

You have to leave behind…




Ο Κιθαριστής κάθεται σιωπηλός και μόνος. Έχει για συντροφιά ένα μοναχικό δέντρο με πλατιά φύλλα. Όλα γύρω του ήρεμα. Τα δάχτυλα του ακουμπούν στις χορδές και η φωνή του ξεχύνεται στον αέρα.

Το τραγούδι του ταξιδεύει με τον άνεμο. Σκορπίζεται στις άκρες του ορίζοντα αναζητώντας μοναχικούς ακροατές. Δύο διαβάτες το ακούν και ακολουθούν τη μελωδία. Ανταμώνουν στη γέφυρα πίσω από το δέντρο με τα πλατιά φύλλα.

Ο πρώτος, ένας άντρας γύρω στα σαράντα . Σκεφτικός, με ευγενικά χαρακτηριστικά και καταπράσινα μάτια. Έχει πίσω του τον ήλιο που δύει σε έναν κατακόκκινο ουρανό με μαβιά σύννεφα.

Ο δεύτερος, ένα κορίτσι μικρό, πολύ μικρό για να περπατάει μόνο. Στο πρόσωπο του υπάρχει ο ενθουσιασμός μα και η ελαφριά φοβία του άγνωστου δρόμου. Πίσω του ο ήλιος ανατέλει πάνω από μια ρόδινη κορυφογραμμή.

Βρίσκονται αντιμέτωποι. Ο άντρας και το κορίτσι. Όχι πολύ μακριά τους βρίσκεται ο Κιθαριστής, κάτω από τη σκιά του δέντρου, χαμένος στη μουσική του. Το θλιμμένο του τραγούδι τους έχει καλέσει κοντά.

Ο άντρας παύει να είναι σκεφτικός. Κοιτάζει το κορίτσι και χαμογελά.

-Γεια σου, του λέει.

-Γεια σου κι εσένα, του απαντάει εκείνο ευγενικά.

-Τι κάνεις εδώ μοναχή σου;

-Ακολούθησα το τραγούδι. Το έχω ακούσει πολλές φορές όμως πρώτη φορά βρίσκω την πηγή του.

-Παρομοίως. Έρχομαι συχνά εδώ μα εσένα πρώτη φορά σε βλέπω. Αλήθεια, πώς σε λένε;

Το κορίτσι δεν απαντά.

-Έχεις όνομα; ρωτάει ο άντρας.

-Όχι. Εκεί από όπου έρχομαι κανείς δεν έχει όνομα.

-Τότε μπορώ να σε λέω Ελένη;

-Ελένη; Μου αρέσει. Όμως γιατί Ελένη;

-Μου θυμίζεις κάποια που είδα κάποτε, σε έναν άλλο τόπο ίσως. Έχεις τη λάμψη της στο πρόσωπο σου.

-Και που είναι τώρα εκείνη;

-Την αναζητώ. Τελευταία φορά την είδα σε ένα λιβάδι γεμάτο που ήταν με κατακόκκινες παπαρούνες. Εσύ; Που πηγαίνεις;

-Πηγαίνω να συναντήσω τους γονείς μου.

-Και πού είναι οι γονείς σου;

-Στη χώρα Κάτω από τον Ουρανό. Μήπως γνωρίζεις το δρόμο για εκεί;

-Ναι, τον γνωρίζω. Έμενα κι εγώ σε εκείνη τη χώρα κάποτε.

-Αλήθεια; Πώς είναι;

-Έχει την ομορφιά που θα της δώσεις. Αλλιώς είναι ένας κόσμος άσχημος και φοβερός. Για αυτό όταν πας εκεί, στόλισε την με χαμόγελα και αγάπη.

-Μήπως μπορείς να με οδηγήσεις ως εκεί;

-Βεβαίως. Έλα μαζί μου.

Ο άντρας γυρνάει προς τον ήλιο που δύει και με το χέρι του αγγίζει ένα από τα μαβιά σύννεφα. Το σύννεφο σχηματίσει ένα άλογο το οποίο κατεβαίνει από τον ουρανό και έρχεται κοντά τους.

-Λοιπόν φεύγουμε;

-Ναι, πάμε.

Ο Κιθαριστής παίζει ακόμα το τραγούδι του όσο ο άντρας και το κορίτσι ιππεύουν για τη χώρα κάτω από τον Ουρανό. Οι ήλιοι συναντιόνται πάνω από το δέντρο και σχηματίζουν το πιο λαμπρό αστέρι. Κανείς δεν βρίσκεται πια στη γέφυρα. Ο Κιθαριστής είναι και πάλι μόνος.



…And for all the years you borrowed

And for all the tears you hide

And for all the fears

You have to keep inside...




Καθώς ιππεύουν, το κορίτσι ρωτά τον άντρα.

-Μπορείς να μου πεις για εκείνο το τραγούδι που ακούγαμε πριν;

-Τι θα ήθελες να μάθεις;

-Για τι μιλάει; Δεν μπορώ να καταλάβω τα λόγια του. Δεν γνωρίζω εκείνη τη γλώσσα.

-Κι εγώ νομίζω πως την έχω ξεχάσει. Όμως κάτι θυμάμαι. Λοιπόν το τραγούδι αυτό μιλάει για ένα πεφταστέρι. Είναι ένας θρήνος για μια ψυχή που χάθηκε.

-Τι είναι η ψυχή;

-Το σπουδαιότερο δώρο που μας έδωσε ο Δημιουργός μας. Για αυτό, όταν φτάσεις στη χώρα Κάτω από τον Ουρανό, να το φυλάς όσο πιο καλά μπορείς.

Είναι όμως κι άλλα. Είναι πολλά που θέλει να πει στο κορίτσι για το τραγούδι. Ποιος το έγραψε και σε ποιον είναι αφιερωμένο. Θέλει να της πει για έναν αδελφό που χάθηκε, όπως και ο δικός του. Θέλει να της πει για κάποιον που έφυγε, όπως κι εκείνος. Θέλει να της πει για κάποιους που έμειναν πίσω, στη Χώρα κάτω από τον Ουρανό. Θέλει να της πει για τον Θάνατο. Όμως όχι. Δεν πρέπει. Ιππεύει σιωπηλός, προσπαθώντας να ξεχάσει όλα όσα του θυμίζει το τραγούδι.

Ένα δάκρυ γεννιέται στο μάτι του. Η ορμή του ανέμου το παρασέρνει. Θα έφευγε μακριά και θα χανόταν, όμως το κορίτσι πρόλαβε και το έπιασε.

-Σου έφυγε αυτό. είπε κρατώντας το στο χέρι της.

-Ω, σε ευχαριστώ. Μπορείς να το κρατήσεις.

-Μου το χαρίζεις δηλαδή;

-Ναι, κράτησε το. Έχω αρκετά από δαύτα.

Το κορίτσι κοιτάζει το δάκρυ. Μια λαμπερή σφαίρα μέσα από την οποία αναδύεται μια εικόνα. Ένας άντρας που βαστά στην αγκαλιά του ένα μωρό. Δίπλα του μια γυναίκα. Δείχνουν ευτυχισμένοι.

Κοιτάζει καλύτερα την εικόνα. Ο άντρας είναι ο ίδιος με αυτόν που τη συνοδεύει.

-Εσύ είσαι αυτός! λέει με θαυμασμό. Άρα ετούτοι είναι η οικογένεια σου. Που είναι τώρα;

-Εκεί που θα πας. Θα τους συναντήσεις μια μέρα. Ίσως να έχουν αλλάξει ίσως και να έχουν μείνει ίδιοι. Θα καταλάβεις με τον καιρό.

-Τι θα καταλάβω;

-Ότι τίποτα δεν μπορεί να μένει ίδιο για πάντα. Ότι όλα αλλάζουν και ίσως εμείς να μη συνεχίσουμε να υπάρχουμε μετά από αυτές τις αλλαγές. Θα υπάρχουμε όμως μέσα σε δάκρυα μα και σε χαμόγελα. Σε λέξεις και σε στίχους. Θα υπάρχουμε στα μικρά αστέρια της νύχτας.

Το κορίτσι δεν κατανοεί τα λόγια του. Την ανησυχούν και τη φοβίζουν. Δεν ξέρει που πηγαίνει και αν είναι καλά εκεί όπου την περιμένουν οι γονείς της.

Ο άντρας την καθησυχάζει.

-Μη στεναχωριέσαι όμως. Να θυμάσαι το τραγούδι. Τους στίχους, τη μελωδία, το μήνυμα και το όνομα του.

-Όνομα; Έχουν και τα τραγούδια ονόματα;

-Ναι, και τα τραγούδια έχουν.

-Και ποιο είναι το όνομα του τραγουδιού εκείνου;

-Πίστεψε.

-Τι σημαίνει αυτό;

-Σημαίνει να βλέπεις. Να βλέπεις και να θυμάσαι. Να θυμάσαι και να ελπίζεις. Να ελπίζεις και να αγαπάς. Σημαίνει να συγκρατήσεις αυτό το μέρος στη μνήμη σου και στην καρδιά σου για να επιστρέψεις και πάλι. Να αντικρίζεις ένα μικρό φως μες στο βαθύ σκοτάδι και να γνωρίζεις πως εκεί υπάρχουν όλα όσα χάθηκαν και όσα βρέθηκαν. Να κρατάς ζωντανό κάθε τι που σε συντροφεύει στις λύπες και στις χαρές, όπως τώρα, αυτό μας το ταξίδι.

Το κορίτσι αποκοιμιέται. Τα γλυκιά λόγια του άντρα μαζί με τη μελωδία του Κιθαριστή που δεν λέει να τους εγκαταλείψει, τη νανουρίζουν. Κοιμάται επάνω στο νεφελένιο άλογο και ονειρεύεται. Και τα όνειρα της γίνονται σπουργίτια, μικρά ατίθασα σπουργίτια που θα κυνηγά στη Χώρα κάτω από τον Ουρανό, εκεί όπου την οδηγεί ο ποιητής.



…I never wanted to know

Never wanted to see

I wasted my time

till time wasted me

I never wanted to go

I always wanted to stay

'Cause the persons I am

Are the parts that I play

So I plot and I plan

And I hope and I scheme

To the lure of a night

Filled with unfinished dreams

And I'm holding on tight

To a world gone astray

As they charge me for years

I can't pay…





Μόλις ξυπνά, το κορίτσι αντικρίζει έναν ψηλό καταρράχτη. Παρά την ομορφιά του, το βουητό την τρομάζει. Αναζητά τον συνοδό της και τον βρίσκει παραδίπλα να κοιτάζει τον καταρράχτη μαγεμένος, συνεπαρμένος μα και ταυτόχρονα μελαγχολικός.

- Τι είναι εδώ; ρωτάει το κορίτσι.

- Φτάσαμε. Εδώ είναι το πέρασμα για τον προορισμό σου. Μόλις περάσεις τον υδάτινο αυτό τοίχο θα βρεθείς στο νέο σου σπίτι. Οι γονείς σου σε περιμένουν στην άλλη μεριά.

Η Ελένη κοιτάζει πίσω από τον καταρράχτη. Βλέπει μια σειρά από έγχρωμες εικόνες να διαδέχονται η μία την άλλη με βιασύνη. Στον κόσμο εκείνον που ξανοίγεται μπροστά της, περιμένοντας να την υποδεχτεί, τα χρώματα φαίνονται πολύ λιγότερα από όσα έχει δει ως τότε. Και τα ήδη υπάρχοντα χρώματα δείχνουν ξεθωριασμένα. Οι άνθρωποι κινούνται γρήγορα. Ότι κάνουν φαίνεται να το κάνουν τόσο μα τόσο γρήγορα, σαν να βιάζονται να φύγουν, να πάνε κάπου αλλού, να γυρίσουν πίσω.

-Γιατί όλα συμβαίνουν τόσο γρήγορα εκεί; ρωτάει τον οδηγό της.

-Επειδή τα πάντα σε εκείνον τον κόσμο διαρκούν για λίγο. Είναι τόσο σύντομα και επίκαιρα που οι άνθρωποι δεν προλαβαίνουν να τα εκτιμήσουν. Για αυτό, όταν βρεθείς εκεί, φρόντισε να γευτείς την ουσία μέσα στο οτιδήποτε. Όλα θα τελειώσουν τόσο απότομα μια μέρα, οπότε ζήσε, ζήσε με όλη σου την καρδιά, με όλη σου τη δύναμη, με όλο σου το θάρρος.

Το κορίτσι κοιτάζει γύρω του. Πολλά παιδιά καταφθάνουν μπροστά από τον μεγάλο καταρράχτη. Αγόρια και κορίτσια, όλα τους οδηγημένα από μεγαλύτερους συνοδούς. Άλλα φτάνουν καβάλα σε άλογα, άλλα σε κύκνους και άλλα σε βάρκες.

-Ήρθε η στιγμή; ρωτάει το συνοδό της

-Ναι. Βρήκες το δρόμο. Τώρα μένει να βρεις τους γονείς σου.

-Μπορείς να έρθεις κι εσύ μαζί μου;

-Όχι. Δεν μπορώ να περάσω για δεύτερη φορά από εδώ, όμως θα το ήθελα πολύ να πηγαίναμε παρέα. Ήταν όμορφη η συντροφιά σου.

-Και η δική σου. Κρίμα που δεν μπορείς να έρθεις μαζί μου.

-Θα είμαι κοντά σου όμως. Θα με βλέπεις που και που.

-Που θα μπορώ να σε βρίσκω;

Ο άντρας χαμογέλασε στοργικά και επανέλαβε τα λόγια που της είπε πριν ξεκινήσουν το ταξίδι.

- Σε χαμόγελα και σε δάκρυα. Σε λέξεις και σε στίχους. Στα μικρά αστέρια της νύχτας.

-Θα σε βρίσκω εκεί λοιπόν. Έχε γεια και σε ευχαριστώ.

-Καλό σου ταξίδι Ελένη.

Ο άντρας καβαλά το άλογο του και ιππεύει προς τον ήλιο που δύει. Το κορίτσι οδεύει με βήματα αργά στον καταρράχτη, μαζί με τα άλλα παιδιά που κατευθύνονται στο ίδιο μέρος. Μα πριν μπει, γυρνάει πίσω και φωνάζει στο συνοδό της:

-Περίμενε! Μου είπες τόσα πολλά μα δεν μου είπες το όνομα σου!

Όμως είναι αργά. Ο άντρας βρίσκεται ήδη πολύ μακριά.



…Be right there,

I ll never leave,

All I ask of you,

Believe




Αργά το τραγούδι παύει. Ο Κιθαριστής αφήνει την κιθάρα του. Κοιτάζει τα λαμπρά αστέρια που τον περιβάλουν και σκύβει μελαγχολικά. Πίσω του αρκετοί διαβάτες έχουν σταματήσει και τον χαζεύουν. Κάποιοι από αυτούς θυμούνται αγαπημένα πρόσωπα, ακούγοντας το τραγούδι. Κάποιοι άλλοι αναρωτιούνται πώς θα είναι η ζωή στη χώρα Κάτω από τον Ουρανό, εκεί όπου πήγαινε η Ελένη για να βρει τους γονείς της δίχως να γνωρίζει πως κι εκείνοι, όσο την περίμεναν, άκουγαν το τραγούδι του Κιθαριστή.


So after all, this one night stands

You ‘ve ended up with hearth in hand

A child alone, on your own, retreating…






-Γιατί το έβαλες από την αρχή;

-Μου αρέσει πολύ αυτό το τραγούδι. Μήπως θέλεις να το αλλάξω;

-Όχι. Απλώς...όποτε το ακούω, μου θυμίζει εκείνον.

Το ζευγάρι κοίταξε το μικρό κάδρο στον τοίχο. Έμειναν για λίγο σιωπηλοί.

-Είναι κρίμα που δεν θα γνωρίσει τον παππού της.

-Θα τον γνωρίσει με άλλον τρόπο. Τα ποιήματα του, τα βιβλία του, τα τραγούδια του...

-Πώς θα σου φαινόταν εάν την λέγαμε Ελένη;

-Ελένη; Θα μου άρεσε. Αλλά γιατί Ελένη;

-Ήταν η μούσα του. Δεν ξέρω αν ήταν πρόσωπο υπαρκτό ή φανταστικό, όμως είχε ξεκινήσει να γράφει ένα μεγάλο ποίημα, την Ελένη των Ρόδων. Δεν πρόλαβε να το ολοκληρώσει.

-Θα ήταν όμορφο εάν τη λέγαμε Ελένη.

Λίγο πριν τελειώσει το σύντομο τραγούδι, ο πατέρας έγειρε και ακούμπησε απαλά στην κοιλιά της μητέρας. Λίγες βδομάδες έμεναν μέχρι να γεννηθεί η κόρη τους. Για λίγο η σκέψη του πήγε κάπου αλλού, σε έναν κόσμο όπου δυο διαβάτες, ένας άντρας κι ένα κορίτσι, ο πατέρας και η κόρη του, δύο πρόσωπα που δεν θα γνωριστούν ποτέ, συναντήθηκαν κάτω από τη μελωδία κάποιου μουσικού. Και καθώς το τραγούδι έφτανε στο τέλος του, συνόδευσε με τη φωνή του.


I am the way, I am the light

I am the dark inside the night

I hear you hopes, I feel your dreams

And in the dark, I hear your screams

Be right there,

I ll never leave,

All I ask of you,

Believe




Γιώργος Χατζηκυριάκος

Σεπτέμβριος 2009


*Οι στίχοι, όπως και το όνομα της ιστορίας, είναι από το τραγούδι Believe των Savatage. Μεγάλο μέρος του τραγουδιού βρίσκεται στο τραγούδι Alone You Breath, το οποίο γράφτηκε από τον συνθέτη Jon Oliva για τον κιθαριστή αδελφό του, Criss, ο οποίος, όπως και τόσοι άνθρωποι, έφυγε μια νύχτα στα κλεφτά.

Δευτέρα 22 Μαρτίου 2010

Μέσα από το Γυαλί της Ευθυμίας Δεσποτάκη



Το παρακάτω κείμενο το έγραψα όταν μου ζητήθηκε από την ίδια τη συγγραφέα (και προσωπικής μου φίλης) για την παρουσίαση του βιβλίου της που έλαβε χώρο στο βιβλιοπωλείο Cube τον Απρίλιο του 2008, τότε που το Cube βρισκόταν ακόμα στην Εμ. Μπενάκη, προφέροντας χώρο για εκδηλώσεις στο φημισμένο πια πατάρι του. Η παρουσίαση αυτή είναι μάλλον κάτι ασυνήθιστο μιας και έχει τη μορφή μιας φανταστικής ιστορίας. Ήταν όμως ιδιαίτερα απολαυστική, τόσο για εμένα όταν την έγραφα όσο και για το κοινό που την άκουσε, όπως αντίστοιχα απολαυστικές είναι οι δέκα ιστορίες που περιέχονται στο μικρό αυτό βιβλιαράκι της Ευθυμίας. Μέχρι και σήμερα θεωρώ το Μέσα από το Γυαλί ένα από τα ιδιαίτερα βιβλία του Φανταστικού (όχι μόνο του Ελληνικού) και πιστεύω πως για ένα τέτοιο "νεραιδοβιβλίο" ετούτη η "παραμυθένια" ιστορία που έγραψα για να το παρουσιάσω, του ταιριάζει απόλυτα.
Δεν ξέρω βέβαια κατά πόσο κατατοπιστική είναι μια τέτοια παρουσίαση για τους ενδιαφερόμενους αναγνώστες, σίγουρα πάντως έγραψα πολύ λίγα για ένα τόσο όμορφο έργο. Προτίνω πάντως στους φίλους του Φανταστικού (αλλά και σε εκείνους που δεν είναι τόσο εξικοιωμένοι, όπου τύχει να συναντήσουν το βιβλίο της Ευθυμίας, να το πάρουν και να το διαβάσουν. Οι ονειροπόλοι σίγουρα θα το λατρέψουν.


Μέσα από το Γυαλί

Βιβλιοπαρουσίαση σαν παραμύθι...!

Πριν ξεκινήσω την παρουσίαση του βιβλίου της Ευθυμίας, θα σας αναφέρω ένα γεγονός που μου συνέβη εχθές σε ένα στενάχωρο βιβλιοπωλείο του Πειραιά. Όπως χάζευα τα βιβλία ακούω από δίπλα μου τη φωνή ενός άντρα, κουστουμαρισμένου με τη γραβατούλα του να συζητά με τη γυναίκα του σχετικά με το τι βιβλίο θα έπαιρναν σε κάποιο του συγγενικό πρόσωπο, λογικά σε κάποιο παιδί.
«Σιγά μην του πάρω παραμύθι.», είπε ο κουστουμαρισμένος άντρας. «Δεν θέλω να τον αποβλακώσω, θέλω να του πάρω κάτι να τον κάνει σπίρτο.»
Για άλλη μια φορά λοιπόν βρέθηκα αντιμέτωπος με τη σκληρότητα των ανθρώπων απέναντι στη λογοτεχνία του φανταστικού και στον υποβιβασμό της στο υπέρλαμπρο κρατίδιο που ζούμε. Σύμφωνα με τη θεωρία του «ανοιχτόμυαλου» πατέρα, θείου, νονού, όπως και πολλών άλλων σαν και αυτόν, τα παραμύθια και το φανταστικό γενικά, υπάρχουν για να αποβλακώνουν τα παιδιά μας, άρα είναι επικίνδυνο για αυτά να τα διαβάζουν…
Ευτυχώς όμως κάποιοι άνθρωποι δεν λογαριάζουν τέτοιου είδους ανοησίες και ούτε σκοπεύουν να γαλουχήσουν γενιές σύμφωνα με τις δικές τους αντιλήψεις. Κρατούν ακόμα τον ρομαντισμό, την ευαισθησία και το μεγαλύτερο όπλο που είχαμε όλοι από παιδιά, ασχέτως αν κάποιοι από εμάς το έχασαν στην μετέπειτα μάχη της ζωής: τη Φαντασία. Και ένας από τους ανθρώπους αυτούς, είναι η Ευθυμία Δεσποτάκη που μας δήλωσε το συγγραφικό παρόν της με το πρώτο της βιβλίο Μέσα Από το Γυαλί.
Τι είναι το Γυαλί; Σίγουρα όχι αυτό που βλέπουν όλοι μέρα νύχτα σπίτι τους, εννοώ την τηλεόραση. Είναι ένα γυαλί διαφορετικό, ένας κρύσταλλος με δύναμη μοναδική να σε παρασέρνει και να σε μεταφέρει σε έναν άλλο κόσμο, περασμένο όμως όχι ξεχασμένο. Κι εκεί μπορείς να δεις πλάσματα μυθικά και όμορφα και να ακούσεις ιστορίες σαν εκείνες που λέγαμε παλιά, προτού κατοικήσουμε σε τσιμεντένιους πύργους κάτω από το μολυσμένο αέρα. Ιστορίες για στοιχειά, μάγισσες, νεράιδες, ξωθιές, λαμπρά βασίλεια και σκοτεινά μέρη, μαγικά βοτάνια, ανολοκλήρωτες αγάπες, ερωτευμένους κρυφούς εραστές και φθονερούς αντίζηλους.
Τώρα εσείς που με ακούτε θα λέτε από μέσα σας: τι λέει ο παλαβός; Μήπως είχε δίκιο τελικά εκείνος ο κουστουμαρισμένος κύριος; Αν όμως ανοίξετε κι εσείς το βιβλίο της Ευθυμίας και διαβάσετε σκόρπια ότι πετύχετε μέσα από ένα σύντομο ξεφύλλισμα, θα καταλάβετε.

Ακούστε τώρα την ιστορία μου.

Η λογοτεχνία του φανταστικού είναι ένα μια τεράστια πεδιάδα με απλωμένα καραβάνια και μικρές φωτιές σύναξης. Εγώ ταξιδεύω συχνά εκεί, συντροφιά με τον αντιδραστικό δίδυμο εαυτό μου που του αρέσει να σατιρίζει. Εκεί βρίσκουμε πάντα κάποιον αφηγητή να μας καλεί να ακούσουμε τις ιστορίες του. Οι πιο πολλοί έχουν να πουν για μοναχικούς ήρωες, συντροφιές, μακρινά ταξίδια, μαγικά αντικείμενα, επικές μάχες και σκοτεινούς άρχοντες. Όποτε πλησιάζω κάποιον γέρο (τις πιο πολλές φορές)-αφηγητή ξέρω πως θα καθίσω εκεί για μέρες ίσως κα ι μήνες μέχρι τα όσα έχει να μου πει να φτάσουν στο τέλος του. Είναι εκεί όπου ο αντιδραστικός μου δίδυμος βγάζει την ταμπέλα που γράφει τριλογία και με σκουντάει να φύγουμε. Εγώ όμως μένω.
Να όμως που πρόσφατα, ταξιδεύοντας και πάλι στο ατελείωτο καραβάνι του φανταστικού, γνώρισα κάτι νέο. Κάτι νέο που όμως έδειχνε τόσο παλιό, αρχαίο και αγαπητό, σαν νοσταλγία των γλυκών περασμένων. Μία νεράιδα στάθηκε μπροστά μου, ντυμένη με φύλλα, περίεργα μαλλιά και δυο μεγάλα κατάμαυρα μάτια πάνω και με ένα ζωηρό χαμόγελο και μου έγνεψε να την ακολουθήσω. Ένας αέρας ελληνικός τη φύσαγε και ένα άρωμα Ανατολής με τύλιξε όσο ήμουν κοντά της. Την ακολούθησα για να δω τι πλάσμα ήταν εκείνο και για να βρω ποιος αφηγητής την είχε στείλει
Δεν ήταν αφηγητής. Αφηγήτρια ήταν. Δεν μπορούσα να τη δω καλά διότι ένας φωτεινός κρύσταλλος την έκρυβε και ήταν κόσμος μαζεμένος εκεί που την περίμενε να πει ένα παραμύθι. Ο αντιδραστικός μου δίδυμος τότε ξίνισε και μου είπε:
«Ωχ, γυναίκα είναι! Πάμε να φύγουμε γιατί δεν έχω όρεξη να ακούω για χαμένες αγάπες και απατημένες συζύγους…»
Κι όμως ήταν κάτι που με έκανε να μην ακούσω το σύντροφο μου. Τα εισαγωγικά λόγια της αφηγήτριας και ο τρόπος με τον οποίο τα μιλούσε. Είχε φωνή νεαρή, δροσερή και ζωηρή όμως το ύφος της θύμιζε γιαγιά σοφή, από εκείνες που σου εξιστορούν τα παραμύθια από το χωριό και δεν θέλεις να τελειώσουν. Τέτοια τέχνη κατείχε.
«Καλώς τους!» μας είπε. «Δέκα ιστορίες μικρές έχω να σας πω, μα εσείς ακούστε μόνο μία.
«Ας είναι…» λέω στο δίδυμο μου, «ας ακούσουμε τη μία».
Έλα όμως που ήταν δύσκολο να αρκεστώ στο πρώτο παραμύθι. Η ιστορία με το νησί Γγιν και τις δύο κοπέλες, την Αγίντ και την Κρέγκαβον με δένει και με προκαλεί να ακούσω ένα ακόμη παραμύθι. Η αφηγήτρια συνεχίζει και μου λέει για τα κατάμαυρα νερά της Καστροπηγάδας και για τα Υπόλοιπα της Ευτυχίας. Για πονεμένες γυναίκες, όμορφες σαν θέαινες και σαγηνευτικές σαν νύμφες που όσο η ιστορία συνεχίζεται νιώθω να μου καταλαμβάνουν τη σκέψη και τη μνήμη.
«Άντε!» μου φώναξε ο δίδυμος. «Μία ιστορία, είπαμε, δεν θα κάτσουμε να τις ακούσουμε και όλες». Όμως κάτι μου είχε κάνει αυτή τη πλανεύτρα παραμυθατζού πίσω από τον Κρύσταλλο και θέλησα να ακούσω άλλο ένα.
Και ανταμείφθηκα για την υπομονή μου. Το Μαρμαρένιο Κατώφλι ήταν ένα από τα καλύτερα παραμύθια που έμαθα τα τελευταία χρόνια. Είχε μέσα του μαγεία λαϊκή και δύναμη διαχρονική σαν μύθος. Μα ποια είναι αυτή η αφηγήτρια πια και από πότε υπάρχει, αναρωτήθηκα. Έπειτα από το Μαρμαρένιο Κατώφλι πως θα μπορούσα να φύγω από κοντά της;
«Άλλο ένα, άλλο ένα και φεύγουμε!», είπα στο δίδυμο και αυτός γκρίνιαξε. Και η αφηγήτρια μετά χαράς συνέχισε. Μας είπε για τον Εραστή στη Στάχτη, την γλυκόπικρη ιστορία του Ασγκιέρη και της Αλάι, μια τραγωδία που δύσκολα μπορεί να ξεχάσει κανείς πόσο μάλλον όταν έχει μεγαλώσει με αρχαίους μύθους Ελλήνων τραγωδών. Τι κόσμος, τι ατμόσφαιρα, τι συναίσθημα ήταν αυτό που με κέντρισε όταν άκουγα το παραμύθι! Θεώρησα πια πως ήμουν καλυμμένος και ότι μπορούσα να φύγω.
«Εντάξει.» είπα στον αντιδραστικό μου σύντροφο. «Μπορούμε πια να φύγουμε.»
«Από τώρα; Κάτσε βρε, τώρα αρχίζει το καλό!» μου απάντησε. Τότε ήταν που πείστηκα ότι η αφηγήτρια είχε μια τρομερή δύναμη να παρασέρνει στα μαγικά της δίχτυα ακόμα και τους πιο διστακτικούς!
Και έτσι μείναμε και ακούσαμε όλα της τα παραμύθια ως το τέλος. Ακούσαμε για το Κορίτσι στο Μιναρέ, για το Δώρο των Θεών και τα Φυτά του Κάτω Κόσμου. Για τις γυναίκες της Σακχάης που περπατούν λικνιστά και μαγεύουν χωριά και πόλεις στο πέρασμα τους, για την ηλιόλουστη χώρα του Μοντλίβολιτς που μου θύμισε τα παιδικά μου χρόνια και την προσμονή του καλοκαιριού. Μας είπε και για την Νοτάλα, την Άμμος, τον Νίρντε και την Μέμνεγια μέσα από τις Ιστορίες των Νεφών και των Ανέμων, ένα άριστο φινάλε που αντάμειψε την προσμονή μας εκεί, μπροστά από τον κρύσταλλο.
«Τι; Μόνο αυτά;», ρώτησε ο αντιδραστικός μου δίδυμος.
«Αυτά για την ώρα.», απάντησε η αφηγήτρια. «Δέκα ιστορίες έχω να σας πω, μα να ξέρετε πως κάποτε θα έχω περισσότερες.»
Φεύγοντας, εγκαταλείποντας λίγο-λίγο εκείνο το μυστήριο γυαλί, τη νεραίδα που με οδήγησε εκεί και την αφηγήτρια, την άλλοτε ρομαντική, άλλοτε εύθυμη, άλλοτε άπονη και άλλοτε ευαίσθητη που με πλάνεψε με τόση μαστοριά, συνειδητοποίησα πως είχα κερδίσει κάτι. Κάτι διαφορετικό από εκείνο που περίμενα στην αρχή, κάτι αλλιώτικο από αυτό που με έκανε να διστάζω να πλησιάσω. Όμως τη στιγμή που έφευγα άκουσα την ξωθιά εκείνη αφηγήτρια να μου λέει:
«Θα είμαι εδώ αν ποτέ περάσεις ξανά από το καραβάνι. Εγώ και οι ιστορίες μου θα σε περιμένουμε.»
Αυτή ήταν λοιπόν η εμπειρία μου με την Ευθυμία γνωστή και ως Ναρουάλις. Ότι και να πω επιπλέον είτε θα είναι λίγο είτε θα είναι πολύ και δεν θέλω να σας το χαλάσω. Αφήστε τη νεραιδούλα να σας οδηγήσει κοντά στο Γυαλί και θα πείτε εσείς τα όσα δεν σας μαρτυρώ εγώ απόψε.

Γιώργος Χατζηκυριάκος
διαβάστηκε στις 10 Απριλίου 2008
στο βιβλιοπωλείο Cube
στο διήμερο Φαντασίας
για λογαριασμό των εκδόσεων Συμπαντικές Διαδρομές



Έχουν περάσει δύο χρόνια από τότε που κυκλοφόρησε το πρώτο βιβλίο της Ευθυμίας. Από τότε έχει γράψει τρία μυθιστορήματα επικού φάνταζι με προτότυπες ιδέες (ειδικά το τελευταίο της), έχοντας αντλήσει ιδέες από την ελληνική μυθολογία, ιστορία και παράδοση. Δυστυχώς, στην προσπάθεια της να εκδώσει κάποιο από αυτά, παρά το το μεγάλο συγγραφικό ταλέντο της, κανένας εκδότης δεν της έδωσε την ευκαιρία να πει μια ακόμα ιστορία στο ευρύ κοινό. Ελπίζω μια μέρα κάποιος εκδοτικός δίχως προσβλήματα στην ανάγνωση ή στα μάτια να εκτιμήσει τα έργα και την αγάπη της για τη λογοτεχνία και το φανταστικό.

Κυριακή 22 Μαρτίου 2009


Εδώ θα βρείτε μερικές από τις ιστορίες φανταστικού περιεχομένου που έχω γράψει κατά καιρούς. Σαν τα παραμύθια που λέγονταν κάποτε γύρω από τη Φωτιά ή δίπλα στο τζάκι, τις κρύες και σκοτεινές νύχτες των αλλοτινών εποχών.