Πέμπτη, 27 Οκτωβρίου 2011

Το Γράμμα (Χειμώνας 1940)


Το παρών διήγημα γράφτηκε πριν από τέσσερα χρόνια, τότε που παρακολουθούσα μαθήματα πάνω στο Ιστορικό Μυθιστόρημα που διοργάνωνε το Ε.ΚΕ.ΒΙ. (Εθνικό Κέντρο Βιβλίου). Γράφτηκε ως άσκηση βασισμένη σε μια εικόνα και παρουσιάστηκε στην τάξη μαζί με τα υπόλοιπα διηγήματα. Μου είπαν πως ήταν το καλύτερο αλλά δεν τους πίστεψα.
Όπως και τότε έτσι και σήμερα είναι αφιερωμένο στην αυριανή επέτειο της 28ης Οκτωβρίου.



Το Γράμμα (Χειμώνας 1940)

Πόσες φορές κοιτούσε το παράθυρο περιμένοντας να τον δει. Πόσες μέρες στεκόταν στο παράθυρο αδημονώντας να αντικρίσει τη μορφή του να ξεπροβάλει από τα δέντρα της αυλής. Πόσες νύχτες ξαγρυπνούσε μπροστά στην εικόνα της Παναγίας ψιθυρίζοντας προσευχές για την τύχη του. Η ίδια δεν θυμόταν. Οι μέρες περνούσαν και οι μήνες ακολουθούσαν όμως για εκείνη ο χρόνος έμοιαζε να έχει σταματήσει σε μία μόνο στιγμή: την ώρα που το τρένο με τους φαντάρους χάθηκε στην ομίχλη.
Ο πόλεμος δεν τους άφησε να χαρούν το νεογέννητο έρωτα τους. Κάπως αλλιώς είχαν φανταστεί και οι δύο εκείνα τα Χριστούγεννα. Όμως κάποιοι είχαν άλλα σχέδια για αυτούς όπως για τους χιλιάδες που ντύθηκαν στο χακί για να αποτρέψουν την είσοδο των Ιταλών στην Ελλάδα. Όλες οι καρδιές χτυπούσαν στην Πίνδο. Στρατιώτες και άμαχοι, άντρες και γυναίκες, σώματα και πνεύματα, βρίσκονταν εκεί και πολεμούσαν ο καθένας με το δικό του τρόπο. Άραγε ποιοι πονούσαν πιο πολύ; Οι άντρες στην πρώτη γραμμή ή γυναίκες που τους περίμεναν εσώκλειστες στους τέσσερις τοίχους, πέρα από τις λίμνες και τα βουνά; Ερωτήματα που κανείς από εκείνους που ξεκινούν τους πολέμους δεν θα κληθούν ποτέ να απαντήσουν.
Περίμενε, περίμενε, όμως ποτέ δεν τελείωνε. Ο πόλεμος και ο χρόνος τους κρατούσαν χωριστά. Εκείνος στο θορυβώδες μέτωπο κι εκείνη στο βουβό πατρικό της.
Κάθε άνθρωπος στην Αθήνα είχε να πει τη δική του ιστορία για τα γεγονότα στο μέτωπο. Λόγια πλασμένα από ευχές και ελπίδες. Την αλήθεια ήξεραν μόνο τα γράμματα. Γράμματα που είχαν γραφτεί κάτω από ριπές και βομβαρδισμούς, πάνω από νεκρούς και τραυματίες, μέσα από αίμα και χιόνι, εκεί στα μακρινά οχυρά του Βορρά. Γράμματα που για εκείνους που τα λάμβαναν το μόνο ευχάριστο που περιείχαν ήταν το όνομα αυτού που τα έγραφε. Γράμματα σαν αυτό που εκείνη κρατούσε στα χέρια της.


Αγαπημένη μου Σοφία,
των ανθών και των ζεστών χρωμάτων

Τα μολύβια σου είναι το πιο ακριβό δώρο που θα μπορούσε να δώσει κανείς σε κάποιον που φεύγει για έναν τόπο σαν αυτό. Δίχως τα μολύβια αυτά δεν θα μπορούσα να σου γράφω για να θυμίζω σε εσένα αλλά και σε εμένα τον ίδιο πόσο σε αγαπώ. Κοντεύω στα αλήθεια να ξεχάσω ποιος είμαι και όταν γράφω πραγματικά ηρεμώ. Υπάρχουν όμως στιγμές που ξεχνώ ότι είμαι άνθρωπος της μόρφωσης και των γραμμάτων. Εδώ κανείς δεν είναι πια ο ίδιος και φοβάμαι ότι δεν θα γυρίσω ποτέ στην αγκαλιά σου. Δεν είναι οι σφαίρες που φοβάμαι. Όχι οι αντίπαλες τουλάχιστον. Αυτές είναι που θα ζεστάνουν την καρδιά μου μια για πάντα και θα με γλιτώσουν από αυτό το κρύο που δεν λέει να υποχωρήσει. Τον εαυτό μου είναι που φοβάμαι. Έχω σκοτώσει αρκετούς και θα αναγκαστώ να σκοτώσω κι άλλους. Πως άραγε θα γυρίσω πίσω; Πώς θα μπορέσω να σε κοιτάζω στα μάτια και να σου λέω ότι σε αγαπώ; Πως θα κάνω την προσευχή στον Κύριο για το ψωμί που θα βρίσκεται στο τραπέζι μας; Δεν σκότωσα εχθρούς. Σκότωσα τον εαυτό μου και συνεχίζω να τον σκοτώνω κάθε που ξημερώνει και κάθε που βραδιάζει. Ήταν άνθρωποι, σαν εμένα. Άνθρωποι που κάποιος τους περίμενε να γυρίσουν πίσω και να τους αγκαλιάσουν όπως εσύ εμένα. Κι όμως εγώ τους στέρησα αυτή την επιστροφή. Αυτή την ευχάριστη ιδέα της επιστροφής και της υποδοχής. Εγώ λοιπόν με ποιο άραγε δικαίωμα να επιστρέψω στην αγκαλιά σου; Το δικαίωμα του νικητή; Του δικαίωμα του υπερασπιστή; Το δικαίωμα του ήρωα; Δεν υπάρχουν ήρωες καλή μου. Δεν υπήρξαν ούτε και θα υπάρξουν ποτέ. Ούτε κι εχθροί. Υπάρχουν μοναχά φονιάδες. Φονιάδες που δεν γνωρίζουν το λόγο της ύπαρξης τους σε αυτό τον κόσμο που χαρακτηρίζεται από την έννοια «ζωή». Κανείς δεν το καταλαβαίνει. Είναι όλοι τους ανόητοι, Ιταλοί και Έλληνες μαζί, καθολικοί και ορθόδοξοι, προδότες ενός Χριστού που σταυρώθηκε για να μας σώσει από το σκοτάδι. Κι όμως όλοι μας μετέχουμε στη σταύρωση Του και απομακρυνόμαστε από το μήνυμα της. Θα πεθάνουμε και θα βρεθούμε όλοι μαζί στην ίδια βάρκα που θα μας μεταφέρει μακριά Του, όπως εμείς διαλέξαμε να κάνουμε. Όμως δεν ξέρω εάν η κόλαση διαφέρει από αυτό που εδώ και τόσους μήνες ζω. Πολλές φορές σκέφτομαι πως ο βαρκάρης άλλαξε επάγγελμα και οδηγεί τρένο μεταφέροντας αμαρτωλούς σε ένα παγωμένο βουνό όπου θα σκοτώνονται αιώνια. Θα σκοτώνονται και κανείς δεν θα τους περιμένει να γυρίσουν διότι δεν θα έχουν λόγο να επιστρέψουν. Κοιτώντας ψηλά, στον πάντα συννεφιασμένο ουρανό, μόνο ένα πράγμα σκέφτομαι. Ο παράδεισος είναι πολύ μακριά…
Είμαι περίεργος να ακούσω τι συζητιέται για τον πόλεμο, εκεί κάτω, στη ζεστή Αθήνα. Μην πιστεύεις στους ηρωικούς λόγους γιατί είναι ψέματα και δικαιολογίες μιας άτιμης τιμής.. Χιόνι και αίμα σημαδεύει το θρίαμβο κάποιου ανώτερου εχθρού που πολεμά τον εαυτό του με εμάς και τους απέναντι να τον κρατάμε εν ζωή. Εδώ δεν υπάρχουν νικητές. Τα όπλα και ο χειμώνας δεν κάνουν διακρίσεις στα παιδιά των ανθρώπων…
Ίσως κάποτε να έρθει η άνοιξη. Και δεν εννοώ την άνοιξη του 41 ούτε του 42 ούτε κανενός από τα έτη αυτού του καταραμένου αιώνα. Εννοώ την άνοιξη που όλοι περιμένουμε. Την άνοιξη που βασίλευε κάποτε εδώ σε αυτά τα μέρη που τώρα τυραννά ο χειμώνας. Και θα έρθει κάποτε, να είσαι σίγουρη. Ως τότε να είσαι δυνατή. Και να μην πάψεις ποτέ να ζωγραφίζεις.
Κάθε που θα ζωγραφίζεις νύχτα, να θυμάσαι τα μολυσμένα αστέρια που μας παρακολουθούν.
Κάθε που θα ζωγραφίζεις ξημέρωμα, να θυμάσαι πως προσπάθησα να φτάσω κοντά σου.
Κάθε που θα ζωγραφίζεις μέρα, βάλε όσο πιο πολλές πινελιές μπορείς, να γεμίσει ο κόσμος με χρώματα, να αποκτήσει κάλλος η ζωή, να το βλέπουν οι άνθρωποι και οι καρδιές τους να ξυπνούν σαν από όνειρο προφητικό, την ευτυχία που προμηνύει…


Για πάντα δικός σου,
εκείνος ο ποιητής που του
έκλεψες την καρδιά εκείνο το
γλυκό απόγευμα του Αυγούστου

Κωνσταντίνος


Γιώργος Χατζηκυριάκος
Οκτώβριος 2007