Κυριακή, 25 Δεκεμβρίου 2011

Καλά Χριστούγεννα





Καλά Χριστούγεννα και Χρόνια Πολλά
από δυο μικρά παιδιά
που ψάχνουν να βρουν το σπίτι τους
σε έναν μακρινό κόσμο θαυμάτων
και χαμένων ευχών

Είθε σήμερα
κάθε παιδί που χάθηκε
να γυρίσει στο σπίτι του.


*η εικόνα είναι της Μαριλένας Μέξη, ταλαντούχα εικονογράφος και συγγραφέας, για το βιβλίο μου "Το Τραγούδι του Χρόνου"

Τρίτη, 20 Δεκεμβρίου 2011

Το Τραγούδι του Χρόνου


Αυτές τις γιορτές
η ηρωική φαντασία
συναντά τη μαγεία των Χριστουγέννων
στο μυθιστόρημα του Γιώργου Χατζηκυριάκου

"Το Τραγούδι του Χρόνου
βιβλίο 1ο
Η Χώρα των Χαμένων Ευχών"

Μια ιστορία Ξωτικών και Φαντασμάτων,
το επικό ταξίδι δυο μικρών παιδιών
που αναζητούν μια χαμένη ευχή
στον μαγικό κόσμο της Νοέλα
όπου τα Χριστούγεννα διαρκούν παντοτινά.


Περίληψη

Από μικρό παιδί ο Λουκάς άκουγε από τον πατέρα του ιστορίες για τη Νοέλα, έναν κόσμο αγγελικά πλασμένο όπου τα Χριστούγεννα δεν τελείωναν ποτέ και κάθε ευχή μπορούσε να βγει αληθινή. Όμως τα χρόνια πέρασαν και ο Λουκάς, έφηβος πια, έπαψε να πιστεύει στα όνειρα της παιδικής του ηλικίας, καταδικάζοντας τη Νοέλα να χαθεί στη λήθη, μαζί με όλα όσα παίρνει ο Χρόνος στο πέρασμα του.
Ώσπου μια νύχτα, εντελώς απρόσμενα, ο Λουκάς μαζί με τη Φωτεινή, τη μικρότερη αδελφή του, βρίσκονται χαμένοι στους δρόμους της Κάντελαιτ, μιας από τις πιο ξακουστές πόλεις της Νοέλα. Τα πράγματα όμως μπερδεύονται ακόμα πιο πολύ όταν τα δυο παιδιά συνειδητοποιούν πως έχουν ξεχάσει σχεδόν τα πάντα γύρω από το παρελθόν τους. Το μόνο που έχουν είναι ο ένας τον άλλον κι έναν ολόκληρο κόσμο που τους περιμένει να τον εξερευνήσουν ώστε να βρουν το δρόμο που θα τους οδηγήσει ξανά στο σπίτι.
Κάπως έτσι ξεκινά ένα μακρινό ταξίδι, γεμάτο αναπάντεχες εκπλήξεις και πρωτόγνωρες εμπειρίες. Τα δυο αδέλφια θα περάσουν από τόπους πέρα από κάθε φαντασία, θα γνωρίσουν μοναδικούς φίλους, θα πολεμήσουν με εχθρούς πάνω από τις δυνάμεις τους καθώς θα κληθούν να αναμετρηθούν με τον ίδιο το Χρόνο και τις στρατιές του. Και στο ταξίδι αυτό θα μάθουν καλά πως κανείς και τίποτα δεν χάνεται τόσο απλά, αρκεί να υπάρχει πάντα κάποιος που θα τον αναζητήσει
…όσο μακριά κι αν χρειαστεί να φτάσει για να τον βρει.

Κυκλοφορεί από τις Βορειοδυτικές Εκδόσεις

Σάββατο, 26 Νοεμβρίου 2011

Το Ευρώ δέκα χρόνια μετά


Δέκα χρόνια πριν τέτοιες μέρες η αγορά είχε γεμίσει κουμπιουτεράκια υπολογισμού των δραχμών σε ευρώ. Μέχρι την πρωτοχρονιά του 2002 οι Έλληνες έπρεπε να ξεφορτωθούμε μια για πάντα το νόμισμα μας αφού οι τότε "εκσυγχρονιστές" ηγέτες μας, δίχως φυσικά να μας έχουν ρωτήσει, αποφάσισαν να συναλλασόμαστε με ευρώ.
Σήμερα, δέκα χρόνια μετά κι ενώ φτάνουμε στο 2012, οι επίσης "εκσυγχρονιστές" ηγέτες μας, αφού χρέωσαν σε εμάς τα δικά τους λάθη, μας φορτώνουν απανωτούς φόρους για να σώσουμε το ευρώ ώστε να αποφύγουμε την επιστροφή στη δραχμή, κάτι που θα οδηγήσει τη χώρα στη χρεωκοπία.
Πού είναι λοιπόν εκείνο το "χρυσό όνειρο" του ευρώ; Πού μας έφερε ο εκσυχρονισμός τους; Πώς θα είναι η ζωή μας σε δέκα χρόνια από σήμερα;

Πέμπτη, 27 Οκτωβρίου 2011

Το Γράμμα (Χειμώνας 1940)


Το παρών διήγημα γράφτηκε πριν από τέσσερα χρόνια, τότε που παρακολουθούσα μαθήματα πάνω στο Ιστορικό Μυθιστόρημα που διοργάνωνε το Ε.ΚΕ.ΒΙ. (Εθνικό Κέντρο Βιβλίου). Γράφτηκε ως άσκηση βασισμένη σε μια εικόνα και παρουσιάστηκε στην τάξη μαζί με τα υπόλοιπα διηγήματα. Μου είπαν πως ήταν το καλύτερο αλλά δεν τους πίστεψα.
Όπως και τότε έτσι και σήμερα είναι αφιερωμένο στην αυριανή επέτειο της 28ης Οκτωβρίου.



Το Γράμμα (Χειμώνας 1940)

Πόσες φορές κοιτούσε το παράθυρο περιμένοντας να τον δει. Πόσες μέρες στεκόταν στο παράθυρο αδημονώντας να αντικρίσει τη μορφή του να ξεπροβάλει από τα δέντρα της αυλής. Πόσες νύχτες ξαγρυπνούσε μπροστά στην εικόνα της Παναγίας ψιθυρίζοντας προσευχές για την τύχη του. Η ίδια δεν θυμόταν. Οι μέρες περνούσαν και οι μήνες ακολουθούσαν όμως για εκείνη ο χρόνος έμοιαζε να έχει σταματήσει σε μία μόνο στιγμή: την ώρα που το τρένο με τους φαντάρους χάθηκε στην ομίχλη.
Ο πόλεμος δεν τους άφησε να χαρούν το νεογέννητο έρωτα τους. Κάπως αλλιώς είχαν φανταστεί και οι δύο εκείνα τα Χριστούγεννα. Όμως κάποιοι είχαν άλλα σχέδια για αυτούς όπως για τους χιλιάδες που ντύθηκαν στο χακί για να αποτρέψουν την είσοδο των Ιταλών στην Ελλάδα. Όλες οι καρδιές χτυπούσαν στην Πίνδο. Στρατιώτες και άμαχοι, άντρες και γυναίκες, σώματα και πνεύματα, βρίσκονταν εκεί και πολεμούσαν ο καθένας με το δικό του τρόπο. Άραγε ποιοι πονούσαν πιο πολύ; Οι άντρες στην πρώτη γραμμή ή γυναίκες που τους περίμεναν εσώκλειστες στους τέσσερις τοίχους, πέρα από τις λίμνες και τα βουνά; Ερωτήματα που κανείς από εκείνους που ξεκινούν τους πολέμους δεν θα κληθούν ποτέ να απαντήσουν.
Περίμενε, περίμενε, όμως ποτέ δεν τελείωνε. Ο πόλεμος και ο χρόνος τους κρατούσαν χωριστά. Εκείνος στο θορυβώδες μέτωπο κι εκείνη στο βουβό πατρικό της.
Κάθε άνθρωπος στην Αθήνα είχε να πει τη δική του ιστορία για τα γεγονότα στο μέτωπο. Λόγια πλασμένα από ευχές και ελπίδες. Την αλήθεια ήξεραν μόνο τα γράμματα. Γράμματα που είχαν γραφτεί κάτω από ριπές και βομβαρδισμούς, πάνω από νεκρούς και τραυματίες, μέσα από αίμα και χιόνι, εκεί στα μακρινά οχυρά του Βορρά. Γράμματα που για εκείνους που τα λάμβαναν το μόνο ευχάριστο που περιείχαν ήταν το όνομα αυτού που τα έγραφε. Γράμματα σαν αυτό που εκείνη κρατούσε στα χέρια της.


Αγαπημένη μου Σοφία,
των ανθών και των ζεστών χρωμάτων

Τα μολύβια σου είναι το πιο ακριβό δώρο που θα μπορούσε να δώσει κανείς σε κάποιον που φεύγει για έναν τόπο σαν αυτό. Δίχως τα μολύβια αυτά δεν θα μπορούσα να σου γράφω για να θυμίζω σε εσένα αλλά και σε εμένα τον ίδιο πόσο σε αγαπώ. Κοντεύω στα αλήθεια να ξεχάσω ποιος είμαι και όταν γράφω πραγματικά ηρεμώ. Υπάρχουν όμως στιγμές που ξεχνώ ότι είμαι άνθρωπος της μόρφωσης και των γραμμάτων. Εδώ κανείς δεν είναι πια ο ίδιος και φοβάμαι ότι δεν θα γυρίσω ποτέ στην αγκαλιά σου. Δεν είναι οι σφαίρες που φοβάμαι. Όχι οι αντίπαλες τουλάχιστον. Αυτές είναι που θα ζεστάνουν την καρδιά μου μια για πάντα και θα με γλιτώσουν από αυτό το κρύο που δεν λέει να υποχωρήσει. Τον εαυτό μου είναι που φοβάμαι. Έχω σκοτώσει αρκετούς και θα αναγκαστώ να σκοτώσω κι άλλους. Πως άραγε θα γυρίσω πίσω; Πώς θα μπορέσω να σε κοιτάζω στα μάτια και να σου λέω ότι σε αγαπώ; Πως θα κάνω την προσευχή στον Κύριο για το ψωμί που θα βρίσκεται στο τραπέζι μας; Δεν σκότωσα εχθρούς. Σκότωσα τον εαυτό μου και συνεχίζω να τον σκοτώνω κάθε που ξημερώνει και κάθε που βραδιάζει. Ήταν άνθρωποι, σαν εμένα. Άνθρωποι που κάποιος τους περίμενε να γυρίσουν πίσω και να τους αγκαλιάσουν όπως εσύ εμένα. Κι όμως εγώ τους στέρησα αυτή την επιστροφή. Αυτή την ευχάριστη ιδέα της επιστροφής και της υποδοχής. Εγώ λοιπόν με ποιο άραγε δικαίωμα να επιστρέψω στην αγκαλιά σου; Το δικαίωμα του νικητή; Του δικαίωμα του υπερασπιστή; Το δικαίωμα του ήρωα; Δεν υπάρχουν ήρωες καλή μου. Δεν υπήρξαν ούτε και θα υπάρξουν ποτέ. Ούτε κι εχθροί. Υπάρχουν μοναχά φονιάδες. Φονιάδες που δεν γνωρίζουν το λόγο της ύπαρξης τους σε αυτό τον κόσμο που χαρακτηρίζεται από την έννοια «ζωή». Κανείς δεν το καταλαβαίνει. Είναι όλοι τους ανόητοι, Ιταλοί και Έλληνες μαζί, καθολικοί και ορθόδοξοι, προδότες ενός Χριστού που σταυρώθηκε για να μας σώσει από το σκοτάδι. Κι όμως όλοι μας μετέχουμε στη σταύρωση Του και απομακρυνόμαστε από το μήνυμα της. Θα πεθάνουμε και θα βρεθούμε όλοι μαζί στην ίδια βάρκα που θα μας μεταφέρει μακριά Του, όπως εμείς διαλέξαμε να κάνουμε. Όμως δεν ξέρω εάν η κόλαση διαφέρει από αυτό που εδώ και τόσους μήνες ζω. Πολλές φορές σκέφτομαι πως ο βαρκάρης άλλαξε επάγγελμα και οδηγεί τρένο μεταφέροντας αμαρτωλούς σε ένα παγωμένο βουνό όπου θα σκοτώνονται αιώνια. Θα σκοτώνονται και κανείς δεν θα τους περιμένει να γυρίσουν διότι δεν θα έχουν λόγο να επιστρέψουν. Κοιτώντας ψηλά, στον πάντα συννεφιασμένο ουρανό, μόνο ένα πράγμα σκέφτομαι. Ο παράδεισος είναι πολύ μακριά…
Είμαι περίεργος να ακούσω τι συζητιέται για τον πόλεμο, εκεί κάτω, στη ζεστή Αθήνα. Μην πιστεύεις στους ηρωικούς λόγους γιατί είναι ψέματα και δικαιολογίες μιας άτιμης τιμής.. Χιόνι και αίμα σημαδεύει το θρίαμβο κάποιου ανώτερου εχθρού που πολεμά τον εαυτό του με εμάς και τους απέναντι να τον κρατάμε εν ζωή. Εδώ δεν υπάρχουν νικητές. Τα όπλα και ο χειμώνας δεν κάνουν διακρίσεις στα παιδιά των ανθρώπων…
Ίσως κάποτε να έρθει η άνοιξη. Και δεν εννοώ την άνοιξη του 41 ούτε του 42 ούτε κανενός από τα έτη αυτού του καταραμένου αιώνα. Εννοώ την άνοιξη που όλοι περιμένουμε. Την άνοιξη που βασίλευε κάποτε εδώ σε αυτά τα μέρη που τώρα τυραννά ο χειμώνας. Και θα έρθει κάποτε, να είσαι σίγουρη. Ως τότε να είσαι δυνατή. Και να μην πάψεις ποτέ να ζωγραφίζεις.
Κάθε που θα ζωγραφίζεις νύχτα, να θυμάσαι τα μολυσμένα αστέρια που μας παρακολουθούν.
Κάθε που θα ζωγραφίζεις ξημέρωμα, να θυμάσαι πως προσπάθησα να φτάσω κοντά σου.
Κάθε που θα ζωγραφίζεις μέρα, βάλε όσο πιο πολλές πινελιές μπορείς, να γεμίσει ο κόσμος με χρώματα, να αποκτήσει κάλλος η ζωή, να το βλέπουν οι άνθρωποι και οι καρδιές τους να ξυπνούν σαν από όνειρο προφητικό, την ευτυχία που προμηνύει…


Για πάντα δικός σου,
εκείνος ο ποιητής που του
έκλεψες την καρδιά εκείνο το
γλυκό απόγευμα του Αυγούστου

Κωνσταντίνος


Γιώργος Χατζηκυριάκος
Οκτώβριος 2007

Σάββατο, 24 Σεπτεμβρίου 2011

Ρέκβιεμ για ένα δισκάδικο




Σήμερα ήταν η τελευταία μέρα που λειτούργησε το Metropolis του Πειραιά. Το θρυλικό δισκάδικο της Ηρώων Πολυτεχνείου και του Δημοτικού Θεάτρου, σημείο συνάντησης, αναφοράς και προσφοράς στην εμπορική και πολιτισμική ζώνη της πόλης, από σήμερα 24 Σεπτεμβρίου, έπαψε να υπάρχει. Οι υπάλληλοι - οι λίγοι που είχαν απομείνει - θα ακολουθήσουν την τύχη των συναδέλφων τους που απολύθηκαν όταν μπήκε λουκέτο στα καταστήματα που εργάζονταν.
Ίσως αυτή η είδηση να ενδιαφέρει λίγους ή να μοιάζει κοινότυπη μιας και τα τελευταία δύο χρόνια πολλά καταστήματα έκλεισαν, κόσμος έχασε τη δουλειά του, χώροι έμειναν ξενοίκιαστοι. Όμως για εμένα το τέλος του πειραικού Metropolis είναι κάτι παραπάνω από λυπηρό. Ολόκληρο το μαγαζί, το ισόγειο, το υπόγειο και οι δύο όροφοι του, ακόμα και η αποθήκη και το γραφείο του διευθυντή, είναι γεμάτοι με αναμνήσεις. Αναμνήσεις πολλών ανθρώπων καθώς κι ενός νεαρού Πειραιώτη που έζησε και αγάπησε το Metropolis πρώτα ως πελάτης και στη συνέχεια ως υπάλληλος.
Μερικοί που έμαθαν την είδηση αυτή, ρωτούν τι θα γίνει πια εκείνος ο χώρος. Ειλικρινά δεν ξέρω. Ίσως να το νοικιάσει κάποια μεγάλη εταιρεία ανοίγοντας ένα ακόμα περιττό ρουχάδικο στον Πειραιά, ίσως και να μείνει ξενοίκαστο όπως τόσοι χώροι που ρημάζουν καθημερινά στην πόλη. Το μόνο σίγουρο είναι ότι ποτέ ξανά δεν ακουστεί μουσική σε εκείνο το σημείο του δρόμου.

Τρίτη, 20 Σεπτεμβρίου 2011

Η επόμενη μέρα


Μια μέρα θα ξυπνήσω και φύγω από το σπίτι για τη δουλειά. Όταν φτάσω εκεί, θα βρω τα ρολά κατεβασμένα και ένα τεράστιο λουκέτο. Σαστισμένος θα αναχωρήσω για το σπίτι και στο γυρισμό θα ακούω τον κοσμο γύρω μου να λέει πανικόβλητος πως η χώρα χρεωκόπησε. Φτάνοντας στο σπίτι, θα βρω μια επιστολή να με περιμένει που θα με καλεί να παρουσιαστώ σε κάποιο στρατόπεδο λόγω επιστράτευσης. Το παιδί μου θα με κοιτά με μάτια όλο παράπονο και θα μου πει μοναχά δυο λέξεις:
"Μπαμπά; Γάλα;"

Γιώργος Χατζηκυριάκος
Σεπτέμβριος 2011

(Αυτό που αληθινά με φοβίζει είναι η επόμενη μέρα από αυτήν που περιγράφω)