Σάββατο, 28 Μαρτίου 2009

Το Πουλί...

Μια μικρή χιουμοριστική ιστορία που είχα γράψει στις αρχές του 2008. Μια μικρή και αστεία περιπέτεια άπό την καθημερινότητα, δίχως φυσικά να λείπει και το στοιχείο του Φανταστικού. Περισσότερο βέβαια είναι ένα παιχνίδι της σημερινής ελληνικής γλώσσας.

Το Πουλί...
Το έπαιζα, το έπαιζα. Δεν τελείωνα ποτέ! Αυτό δεν ήταν παιχνίδι. Ψυχοβγάλτης ήταν!
Καλά μου είπαν θα τα βαρεθείς τα online. Ούτε υπόθεση έχουν ούτε και νόημα. Για αυτό και το παράτησα. Αλλά δεν άντεξα! Ήθελα με κάτι να παίζω. Σε όλους αρέσουν τα παιχνίδια, σε εμένα πιο πολύ.
Βρέθηκα με ένα φίλο μου. Είχαμε πολλά χρόνια τα πούμε. Κάποια στιγμή, όπως τα λέγαμε, μου λέει:
-Με τι ασχολείσαι τώρα;
-Με παιχνίδια. Κυρίως στον υπολογιστή. Εσύ;
-Κι εγώ! Μου αρέσει να παίζω.
-Τι παίζεις τώρα τελευταία; Θέλω ένα καλό παιχνίδι.
-Το πουλί το έχεις παίξει;
-Ποιο;
-Το πουλί! Φοβερό παιχνίδι! Εκεί στο νετκαφέ που πάω όλοι αυτό παίζουν!
-Ναι ε; Υπόθεση έχει;
-Τι να την κάνεις την υπόθεση; Το πουλί είναι ατελείωτο. Το παίζεις όσο θες!
-Ρε με δουλεύεις;
-Όχι! Καλά δεν το 'χεις παίξει;-
Δηλαδή αυτό πάτε και παίζετε εκεί στο νετκαφε;
-E τι σου λέω, θα κολλήσεις έτσι και το παίξεις! Έλα αύριο από τη γειτονιά μου, θα σε πάω στο μαγαζί.
-Είμαι περίεργος να δω τι παιχνίδι είναι αυτό...
Την άλλη μέρα πήρα το φίλο μου αλλά αυτός έπαιζε κάτι άλλο, δεν ξέρω τι. Μου είπε να πάω μόνος στο νετκαφέ. Έτσι και έκανα. Ήταν νωρίς βέβαια και δεν είχε καθόλου κόσμο. Μόνο ο υπάλληλος, ο οποίος κι αυτός κάτι έπαιζε πίσω από τον υπολογιστή.
-Καλημέρα!
-Γεια.
-Εμ...μου είπαν ότι κάτι παίζετε εδώ. Ένα διαφορετικό παιχνίδι.
-Ποιο;
-Μου είπαν ότι παίζεται το...πουλί.
-Το πουλί;
-Έτσι μου το είπανε.
-Δεν το έχεις παίξει ακόμα;
-Όχι, πρώτη φορά άκουσα για αυτό.
-Ήμουν σίγουρος. Αριστερά είναι η τουαλέτα. Αμα θες πήγαινε και πειραματίσου!
-Ορίστε;
-Κοίτα μεγάλε, άμα θες να δεις τσόντα πες το να καταλαβαινόμαστε. Τι μου το φαίρνεις από δω κι από κει το θέμα;
-Άντε απο κει ρε μαλάκα!
Άφού τον έβρισα σηκώθηκα κι έφυγα. Άκου τι μου είπε ο τύπος!
Πήρα το φίλο μου στο κινητό αλλά δεν το σήκωνε. Τι χυδαίους φίλους που έχω. Και έχουν και όρεξη για πλάκες! Εγώ έψαχνα ένα καλό παιχνίδι να παίξω κι άλλος μου έκανε πλάκα. Χτύπησε το τηλέφωνο. Ήταν η μάνα μου. Μου είπε ότι γιόρταζε η γιαγιά και ότι ήθελε να της πάρουμε ένα πουλί για να της κάνουμε έκπληξη. Το κακό ήταν οτι το πουλί έπρεπε να το πάρω εγώ γιατί τα μαγαζιά έκλειναν κι εκείνη δεν προλάβαινε να το πάρει. Άντε να βρω pet-shop. Ήμουνα σε μια γειτονιά που ούτε τσιγάρα δεν πουλούσαν.
Τελικά αναγκάστηκα να ξαναπάω στο νετκαφέ για να ρωτήσω τον υπάλληλο.
-Δε μου λες; Μήπως ξέρεις που πουλάνεπουλιά;
-Πουπουλανπουλιά; Τι γλώσσα μιλάς ρε φίλε;
-Πουλιά!Θέλω να πάρω ένα πουλί!
-Περίμενε.Τη μία έρχεσαι και μου λες να παίξεις το πουλί. Τώρα μου λες ότι θέλεις να το πάρεις! Αποφάσισε ρε φίλε!
-Γαμώτο, ένα πουλί θέλω να αγοράσω, τόσο δύσκολο είναι να το καταλάβεις;
-Έχει ένα μαγαζί με ζώα πέντε τετράγωνα πιο κάτω. Ευχαριστήθηκες;
-Ευχαριστώ...
Έφυγα μες στα νεύρα και πήγα να βρω το μαγαζί. Το τηλέφωνο χτύπησε και ήταν ο εξυπνάκιας φίλος μου.
-Τι έγινε; Το έπαιξες;
-Δε μας χέζεις κι εσύ;
-Τι, δεν σου άρεσε;
-Το αφήνω να το παίξεις μόνος σου!
Του έκλεισα το τηλέφωνο στα μούτρα και συνέχισα. Λίγο πιο κάτω βρήκα το μαγαζί.Ήταν γεμάτο με πουλιά. Δεν ήξερα ποιο να διαλέξω. Πήρα τηλέφωνο τη μάνα και τη ρώτησα
-Έλα μαμά. Ποια πουλιά αρέσουν στη γιαγιά;
-Τα μεγάλα
-Μεγάλο θέλει;
-Ναι από αυτά τα...πως τα λένε;
-Παπαγάλους;
Δεν πρόλαβα να πάρω απάντηση όταν το τηλέφωνο έκλεισε από μπαταρία.Ο υπάλληλος γελούσε. Πιθανόν άκουσε τη συζήτηση. Η γιαγιά και τα μεγάλα πουλιά...
-Γειά σας.
-Καλημέρα!
-Θέλω ένα πουλί.
-Μεγάλο;
-Ναι.
-Για εσάς είναι;
-Έχει σημασία;
-Πρέπει να ξέρω για να μπορώ να προτείτω. Θέλετε ωδικό ή παιχνιδιάρικο πουλί;
-Παιχνιδιάρικο; Δηλαδή;
-Εκτός από τα συνιθισμένα έχουμε και δύο που παίζουν σκάκι!
-Μα πως γίνεται αυτό;
-Ελάτε να σας δείξω.
Με πήγε πιο μέσα και μου έδειξε ένα κλουβί με δύο μεγάλα πουλιά. Το ένα ήταν άσπρο και το άλλο μαύρο. Ο υπάλληλος έφερε μια σκακιέρα και την άνοιξε μπροστά τους. Όπως έστεινε τα πούλια, τα δύο πουλιά έκαναν σαν τρελά. Και μόλις η σκακιέρα ήταν έτοιμη για παιχνίδι, ξεκίνησαν να μιλάνε.-Β2, Β4, είπε το λευκό και ο υπάλληλος κούνησε το αντίστοιχο πιόνι.
-Α2 Β4, είπε το μαύρο και ο υπάλληλος κούνησε τον ίππο.
Έμεινα άφωνος! Αυτά τα πουλιά ήταν φανταστικά!
-Βλέπετε; Παίζουν σκάκι. Εάν τα εκπαιδεύσετε μπορούν να παίζουν και άλλα παιχνίδια.
-Τέλεια! Θα το πάρω!
Είπα στον υπάλληλο να μου δώσει το λευκό. Ήταν λίγο ακριβό αλλά δεν πειράζει. Δώρο ήταν.
Πίστεψα πως η γιαγιά θα ξετρελενόταν με το πουλί. Στην αρχή χάρηκε όταν το είδε αλλά σύντομα το πουλί της έσπασε τα νεύρα. Δεν την ενοχλούσε το ότι ήταν μεγάλο αλλά το ότι αντι να κελαηδάει της φώναζε:
-Τι θα γίνει μωρή; Θα παίξουμε τίποτα;
Τσαντίστηκε η γιαγιά, πήρε το πουλί και το πέταξε από το παράθυρο. Τελικά δεν ήταν το καλύτερο δώρο για εκείνη.Και έτσι όπως έκλαιγα τα λεφτά μου, από το παράθυρο μου ήρθε το πουλί. Το πήρα και το έβαλα στο σπίτι μου.
-Βαρέθηκα να παίζω κυνηγητό με τα περιστέρια και "μάντεψε ποιος" με τους γλάρους. Θέλω να παίξω σκάκι. Γουστάρεις;
-Νομίζω πως βρήκα αυτό που έψαχνα...!
Δεν ήξερα ότι θα έκανα την τύχη μου όταν πήρα το πουλί. Πλέον δεν έχω ανάγκη από τα παιχνίδια του υπολογιστή. Ξαναγύρισα στα παλιά καλά, το τάβλι και το σκάκι, άντε καμιά μπιρίμπα. Από τότε λοιπόν, όποτε βαριέμαι και δεν έχω τι να κάνω, παίζω με το πουλί μου.


Γιώργος Χατζηκυριάκος
Φεβρουαριος 2008