Τρίτη, 15 Μαρτίου 2011

Το Τίμημα της Φαντασίας


Το Τίμημα της Φαντασίας

Πέντε λεπτά πέρασαν.«Σκάστε!»
Άλλα πέντε λεπτά. «Σκάστε!»
Ακόμα πέντε λεπτά. «Σκάστε...»
Κάθε λίγο και λιγάκι το ίδιο πράγμα. Τα παιδιά φωνάζουν, βρίζουν, τσακώνονται ώσπου να τους πως την ίδια λέξη. «Σκάστε». Σιωπούν για μερικά δευτερόλεπτα και μετά ξανά. Μια καταραμένη οχλαγωγία από κραυγές, βρισιές, πατήματα πλήκτρων και ποντικιών, παραφωνίες κινητών, κιάμοι, καλομοίρες, φιφτισέντηδες και διάφορα άλλα «τραγούδια» με βαθύ νόημα.
Και πίσω από αυτόν τον πάγκο εγώ. Μπροστά από έναν υπολογιστή προσπαθώντας να επικεντρωθώ στο κείμενο μου.
Όταν έπιασα δουλειά σε αυτό το ίντερνετ, εκείνο που σκεφτόμουν ήταν το ότι θα μπορώ να γράφω εκτός του σπιτιού ώστε να κερδίζω χρόνο για τις ιστορίες μου. Βλάκα, λέω στον εαυτό μου. Η συγγραφή χρειάζεται ησυχία όχι αυτή τη βαβούρα που επέλεξες για είκοσι ευρώ μεροκάματο και για να πετύχεις την ιδανική ζωή του συγγραφέα.
Πιάνω το κεφάλι μου. Διάολε, δεν μπορεί να μου συμβαίνει! Που πήγε εκείνη η σκηνή που φαντάστηκα; Άντε πάλι από την αρχή.
Ωραία τη βρήκα. Βρήκα και τον τρόπο που θα την αποτυπώσω στο κείμενο. Ναι, αντίκρισα επιτέλους εκείνον τον λαμπερό καταρράκτη και τώρα επιστρέφω για να σας τον αφηγηθώ.
Μπαμ! Τα κέρματα χτυπούν στον πάγκο και με επαναφέρουν με βία στην πραγματικότητα
«Ένα ευρώ σε εμένα και ένα στον «Σμαζ». Ένα παιδί δώδεκα χρονών μου μιλάει με ύφος σαν να είναι ο άρχοντας της γειτονιάς. Δεν προλαβαίνω να χτυπήσω απόδειξη όταν ο μικρός έχει ήδη στρωθεί στην καρέκλα του και περιμένει τον υπολογιστή να ανοίξει για να παίξει εκείνο το παιχνίδι με τα σπαθιά και τα ξόρκια. Όλοι αυτό παίζουν. Ο φίλος του ο «Σμαζ», ο «Κίλερ», ο «Πάσαρης», ο «Μαμιάς», ο «Φακεράς» και όλοι οι κοπανατζήδες που έμειναν από απουσίες δίχως να το καταλάβουν. Δεν βαριέσαι, κάπου θα βολευτούν και αυτοί αύριο. Τι να τα κάνουν τα σχολεία και τα πτυχία; Είδαμε κι εμείς τι κάναμε στη ζωή μας...
Στο παιχνίδι πολεμιστές σφάζονται, μάγια εκτοξεύονται, όλα αυτά σε μέρη μαγικά και φανταστικά. Ναι, μοιάζουν με αυτά που γράφω. Γράφω. Για να τα διαβάζω εγώ και άλλοι πέντε και να χαιρόμαστε.
Τώρα που είπα πέντε, δεν μπαίνω και σε αυτό το ες εφ εφ να δω τι γίνεται; Έχω βάλει κάτι ιστορίες εκεί. Τις διάβασε κανείς άραγε;
Ω ναι τις διάβασαν! Αλλά σχόλιο κανένα. Τι γίνεται, τόσο χάλια είναι ή μήπως έμειναν όλοι άφωνοι; Τι λέω; Λες και δεν ξέρω πως γράφω...
Πού πήγε τώρα εκείνο το βουνό; Όχι, κάτσε. Δεν ήταν βουνό, ήταν καταρράκτης. Κάπως φωτεινός. Γαμώτο, πάλι χάθηκα...
Να τος! Τον βρήκα! Λοιπόν, ήταν κάπως έτσι...
«Καλησπέρα...»
Ωχ...Η πεθερά του αφεντικού. Ξέρω, ξέρω?Το προηγούμενο παιδί καθάριζε τους πάγκους, το προηγούμενο παιδί άλλαζε τις σακούλες, το προηγούμενο παιδί είχε επικοινωνία με τους πελάτες...Για να δούμε τι θα ακούσω σήμερα;
«Πήγα στον Άγιο Δημήτριο και άναψα κερί. Στο δρόμο είδα εκείνη τη βρωμογυναίκα, την Τασία...»
Μιλάει, μιλάει, μιλάει. Κακολογεί, κακολογεί, κακολογεί. Σειρά έχω εγώ.
«Τα τασάκια μυρίζουν. Οι καρέκλες είναι γερμένες. Τα παιδιά φωνάζουν.»
Φωνάζουν ε;
«ΣΚΑΣΤΕ!!!»
Το φωνάζω μέσα από την ψυχή μου. Όχι μόνο για τα παιδιά αλλά και για εκείνη. Για μια στιγμή να σκάσουν όλοι. Όλοι! Να μην ακούγεται ούτε ένας!
Ξαφνικά έρχεται στο μυαλό μου ο καταρράκτης. Τον βλέπω. Για μια στιγμή προσπαθώ να τον κρατήσω στη μνήμη μου. Ξέρω θα χαθεί σύντομα. Θα χαθεί όπως τα προηγούμενα τοπία, τα γεγονότα, οι ήρωες, οι περιπέτειες, η φαντασία μου.
Η πεθερά κάνει την αρχή.
«Πως μιλάς έτσι στα παιδιά; Θα διώξεις τους πελάτες!»
Ας τους διώξω, σκέφτομαι. Για κάθε ήσυχη στιγμή που έδιωξαν από το ταραγμένο μου μυαλό, ας φύγουν. Να βρουν εκείνοι τον καταρράκτη και να πάνε να πνιγούν!
Μέχρι στιγμής αναζητώ τον καταρράκτη. Σύντομα θα αναζητώ δουλειά. Δε βαριέσαι, έτσι κι αλλιώς το έχω πάρει απόφαση σε αυτή τη ζωή. Η θα δουλεύω ή θα φαντάζομαι. Τι να κάνω που αυτός ο κόσμος δεν καταλαβαίνει πως η συγγραφή είναι δουλειά; Τι να κάνω που από μικρό παιδί αναζητώ τον "άλλο" κόσμο, αυτόν που μας προβάλλουν οι συγγραφείς πατέρες μας;
Ελπίζω όταν ξαναδώ εκείνον τον καταρράκτη να κρύβει πίσω του μια σπηλιά γεμάτη φαγητά। Έχω αρχίσει να πεινάω...


Γιώργος Χατζηκυριάκος
Φεβρουάριος 2008