Τετάρτη, 11 Αυγούστου 2010

Believe - Το Τραγούδι, το Κορίτσι και ο Ποιητής



Το παρακάτω διήγημα ξεκίνησε να γράφεται τον περσινό Αύγουστο και ολοκληρώθηκε το Σεπτέμβρη του 2009, κατά το διάστημα όπου η κόρη μας βρισκόταν ακόμα στην κοιλιά της Κατερίνας. Εξαρχής ήταν αφιερωμένο στον πατέρα μου, Πάρη Α. Χατζηκυριάκο, ο οποίος σαν σήμερα, 12 Αυγούστου του 1984, έφυγε για μια μακρινή χώρα, τη Χώρα Πάνω από τον Ουρανό.

Believe


Το Τραγούδι, το Κορίτσι και ο Ποιητής





…And for all the roads you followed

And for all you did not find

And for all the dreams

You have to leave behind…




Ο Κιθαριστής κάθεται σιωπηλός και μόνος. Έχει για συντροφιά ένα μοναχικό δέντρο με πλατιά φύλλα. Όλα γύρω του ήρεμα. Τα δάχτυλα του ακουμπούν στις χορδές και η φωνή του ξεχύνεται στον αέρα.

Το τραγούδι του ταξιδεύει με τον άνεμο. Σκορπίζεται στις άκρες του ορίζοντα αναζητώντας μοναχικούς ακροατές. Δύο διαβάτες το ακούν και ακολουθούν τη μελωδία. Ανταμώνουν στη γέφυρα πίσω από το δέντρο με τα πλατιά φύλλα.

Ο πρώτος, ένας άντρας γύρω στα σαράντα . Σκεφτικός, με ευγενικά χαρακτηριστικά και καταπράσινα μάτια. Έχει πίσω του τον ήλιο που δύει σε έναν κατακόκκινο ουρανό με μαβιά σύννεφα.

Ο δεύτερος, ένα κορίτσι μικρό, πολύ μικρό για να περπατάει μόνο. Στο πρόσωπο του υπάρχει ο ενθουσιασμός μα και η ελαφριά φοβία του άγνωστου δρόμου. Πίσω του ο ήλιος ανατέλει πάνω από μια ρόδινη κορυφογραμμή.

Βρίσκονται αντιμέτωποι. Ο άντρας και το κορίτσι. Όχι πολύ μακριά τους βρίσκεται ο Κιθαριστής, κάτω από τη σκιά του δέντρου, χαμένος στη μουσική του. Το θλιμμένο του τραγούδι τους έχει καλέσει κοντά.

Ο άντρας παύει να είναι σκεφτικός. Κοιτάζει το κορίτσι και χαμογελά.

-Γεια σου, του λέει.

-Γεια σου κι εσένα, του απαντάει εκείνο ευγενικά.

-Τι κάνεις εδώ μοναχή σου;

-Ακολούθησα το τραγούδι. Το έχω ακούσει πολλές φορές όμως πρώτη φορά βρίσκω την πηγή του.

-Παρομοίως. Έρχομαι συχνά εδώ μα εσένα πρώτη φορά σε βλέπω. Αλήθεια, πώς σε λένε;

Το κορίτσι δεν απαντά.

-Έχεις όνομα; ρωτάει ο άντρας.

-Όχι. Εκεί από όπου έρχομαι κανείς δεν έχει όνομα.

-Τότε μπορώ να σε λέω Ελένη;

-Ελένη; Μου αρέσει. Όμως γιατί Ελένη;

-Μου θυμίζεις κάποια που είδα κάποτε, σε έναν άλλο τόπο ίσως. Έχεις τη λάμψη της στο πρόσωπο σου.

-Και που είναι τώρα εκείνη;

-Την αναζητώ. Τελευταία φορά την είδα σε ένα λιβάδι γεμάτο που ήταν με κατακόκκινες παπαρούνες. Εσύ; Που πηγαίνεις;

-Πηγαίνω να συναντήσω τους γονείς μου.

-Και πού είναι οι γονείς σου;

-Στη χώρα Κάτω από τον Ουρανό. Μήπως γνωρίζεις το δρόμο για εκεί;

-Ναι, τον γνωρίζω. Έμενα κι εγώ σε εκείνη τη χώρα κάποτε.

-Αλήθεια; Πώς είναι;

-Έχει την ομορφιά που θα της δώσεις. Αλλιώς είναι ένας κόσμος άσχημος και φοβερός. Για αυτό όταν πας εκεί, στόλισε την με χαμόγελα και αγάπη.

-Μήπως μπορείς να με οδηγήσεις ως εκεί;

-Βεβαίως. Έλα μαζί μου.

Ο άντρας γυρνάει προς τον ήλιο που δύει και με το χέρι του αγγίζει ένα από τα μαβιά σύννεφα. Το σύννεφο σχηματίσει ένα άλογο το οποίο κατεβαίνει από τον ουρανό και έρχεται κοντά τους.

-Λοιπόν φεύγουμε;

-Ναι, πάμε.

Ο Κιθαριστής παίζει ακόμα το τραγούδι του όσο ο άντρας και το κορίτσι ιππεύουν για τη χώρα κάτω από τον Ουρανό. Οι ήλιοι συναντιόνται πάνω από το δέντρο και σχηματίζουν το πιο λαμπρό αστέρι. Κανείς δεν βρίσκεται πια στη γέφυρα. Ο Κιθαριστής είναι και πάλι μόνος.



…And for all the years you borrowed

And for all the tears you hide

And for all the fears

You have to keep inside...




Καθώς ιππεύουν, το κορίτσι ρωτά τον άντρα.

-Μπορείς να μου πεις για εκείνο το τραγούδι που ακούγαμε πριν;

-Τι θα ήθελες να μάθεις;

-Για τι μιλάει; Δεν μπορώ να καταλάβω τα λόγια του. Δεν γνωρίζω εκείνη τη γλώσσα.

-Κι εγώ νομίζω πως την έχω ξεχάσει. Όμως κάτι θυμάμαι. Λοιπόν το τραγούδι αυτό μιλάει για ένα πεφταστέρι. Είναι ένας θρήνος για μια ψυχή που χάθηκε.

-Τι είναι η ψυχή;

-Το σπουδαιότερο δώρο που μας έδωσε ο Δημιουργός μας. Για αυτό, όταν φτάσεις στη χώρα Κάτω από τον Ουρανό, να το φυλάς όσο πιο καλά μπορείς.

Είναι όμως κι άλλα. Είναι πολλά που θέλει να πει στο κορίτσι για το τραγούδι. Ποιος το έγραψε και σε ποιον είναι αφιερωμένο. Θέλει να της πει για έναν αδελφό που χάθηκε, όπως και ο δικός του. Θέλει να της πει για κάποιον που έφυγε, όπως κι εκείνος. Θέλει να της πει για κάποιους που έμειναν πίσω, στη Χώρα κάτω από τον Ουρανό. Θέλει να της πει για τον Θάνατο. Όμως όχι. Δεν πρέπει. Ιππεύει σιωπηλός, προσπαθώντας να ξεχάσει όλα όσα του θυμίζει το τραγούδι.

Ένα δάκρυ γεννιέται στο μάτι του. Η ορμή του ανέμου το παρασέρνει. Θα έφευγε μακριά και θα χανόταν, όμως το κορίτσι πρόλαβε και το έπιασε.

-Σου έφυγε αυτό. είπε κρατώντας το στο χέρι της.

-Ω, σε ευχαριστώ. Μπορείς να το κρατήσεις.

-Μου το χαρίζεις δηλαδή;

-Ναι, κράτησε το. Έχω αρκετά από δαύτα.

Το κορίτσι κοιτάζει το δάκρυ. Μια λαμπερή σφαίρα μέσα από την οποία αναδύεται μια εικόνα. Ένας άντρας που βαστά στην αγκαλιά του ένα μωρό. Δίπλα του μια γυναίκα. Δείχνουν ευτυχισμένοι.

Κοιτάζει καλύτερα την εικόνα. Ο άντρας είναι ο ίδιος με αυτόν που τη συνοδεύει.

-Εσύ είσαι αυτός! λέει με θαυμασμό. Άρα ετούτοι είναι η οικογένεια σου. Που είναι τώρα;

-Εκεί που θα πας. Θα τους συναντήσεις μια μέρα. Ίσως να έχουν αλλάξει ίσως και να έχουν μείνει ίδιοι. Θα καταλάβεις με τον καιρό.

-Τι θα καταλάβω;

-Ότι τίποτα δεν μπορεί να μένει ίδιο για πάντα. Ότι όλα αλλάζουν και ίσως εμείς να μη συνεχίσουμε να υπάρχουμε μετά από αυτές τις αλλαγές. Θα υπάρχουμε όμως μέσα σε δάκρυα μα και σε χαμόγελα. Σε λέξεις και σε στίχους. Θα υπάρχουμε στα μικρά αστέρια της νύχτας.

Το κορίτσι δεν κατανοεί τα λόγια του. Την ανησυχούν και τη φοβίζουν. Δεν ξέρει που πηγαίνει και αν είναι καλά εκεί όπου την περιμένουν οι γονείς της.

Ο άντρας την καθησυχάζει.

-Μη στεναχωριέσαι όμως. Να θυμάσαι το τραγούδι. Τους στίχους, τη μελωδία, το μήνυμα και το όνομα του.

-Όνομα; Έχουν και τα τραγούδια ονόματα;

-Ναι, και τα τραγούδια έχουν.

-Και ποιο είναι το όνομα του τραγουδιού εκείνου;

-Πίστεψε.

-Τι σημαίνει αυτό;

-Σημαίνει να βλέπεις. Να βλέπεις και να θυμάσαι. Να θυμάσαι και να ελπίζεις. Να ελπίζεις και να αγαπάς. Σημαίνει να συγκρατήσεις αυτό το μέρος στη μνήμη σου και στην καρδιά σου για να επιστρέψεις και πάλι. Να αντικρίζεις ένα μικρό φως μες στο βαθύ σκοτάδι και να γνωρίζεις πως εκεί υπάρχουν όλα όσα χάθηκαν και όσα βρέθηκαν. Να κρατάς ζωντανό κάθε τι που σε συντροφεύει στις λύπες και στις χαρές, όπως τώρα, αυτό μας το ταξίδι.

Το κορίτσι αποκοιμιέται. Τα γλυκιά λόγια του άντρα μαζί με τη μελωδία του Κιθαριστή που δεν λέει να τους εγκαταλείψει, τη νανουρίζουν. Κοιμάται επάνω στο νεφελένιο άλογο και ονειρεύεται. Και τα όνειρα της γίνονται σπουργίτια, μικρά ατίθασα σπουργίτια που θα κυνηγά στη Χώρα κάτω από τον Ουρανό, εκεί όπου την οδηγεί ο ποιητής.



…I never wanted to know

Never wanted to see

I wasted my time

till time wasted me

I never wanted to go

I always wanted to stay

'Cause the persons I am

Are the parts that I play

So I plot and I plan

And I hope and I scheme

To the lure of a night

Filled with unfinished dreams

And I'm holding on tight

To a world gone astray

As they charge me for years

I can't pay…





Μόλις ξυπνά, το κορίτσι αντικρίζει έναν ψηλό καταρράχτη. Παρά την ομορφιά του, το βουητό την τρομάζει. Αναζητά τον συνοδό της και τον βρίσκει παραδίπλα να κοιτάζει τον καταρράχτη μαγεμένος, συνεπαρμένος μα και ταυτόχρονα μελαγχολικός.

- Τι είναι εδώ; ρωτάει το κορίτσι.

- Φτάσαμε. Εδώ είναι το πέρασμα για τον προορισμό σου. Μόλις περάσεις τον υδάτινο αυτό τοίχο θα βρεθείς στο νέο σου σπίτι. Οι γονείς σου σε περιμένουν στην άλλη μεριά.

Η Ελένη κοιτάζει πίσω από τον καταρράχτη. Βλέπει μια σειρά από έγχρωμες εικόνες να διαδέχονται η μία την άλλη με βιασύνη. Στον κόσμο εκείνον που ξανοίγεται μπροστά της, περιμένοντας να την υποδεχτεί, τα χρώματα φαίνονται πολύ λιγότερα από όσα έχει δει ως τότε. Και τα ήδη υπάρχοντα χρώματα δείχνουν ξεθωριασμένα. Οι άνθρωποι κινούνται γρήγορα. Ότι κάνουν φαίνεται να το κάνουν τόσο μα τόσο γρήγορα, σαν να βιάζονται να φύγουν, να πάνε κάπου αλλού, να γυρίσουν πίσω.

-Γιατί όλα συμβαίνουν τόσο γρήγορα εκεί; ρωτάει τον οδηγό της.

-Επειδή τα πάντα σε εκείνον τον κόσμο διαρκούν για λίγο. Είναι τόσο σύντομα και επίκαιρα που οι άνθρωποι δεν προλαβαίνουν να τα εκτιμήσουν. Για αυτό, όταν βρεθείς εκεί, φρόντισε να γευτείς την ουσία μέσα στο οτιδήποτε. Όλα θα τελειώσουν τόσο απότομα μια μέρα, οπότε ζήσε, ζήσε με όλη σου την καρδιά, με όλη σου τη δύναμη, με όλο σου το θάρρος.

Το κορίτσι κοιτάζει γύρω του. Πολλά παιδιά καταφθάνουν μπροστά από τον μεγάλο καταρράχτη. Αγόρια και κορίτσια, όλα τους οδηγημένα από μεγαλύτερους συνοδούς. Άλλα φτάνουν καβάλα σε άλογα, άλλα σε κύκνους και άλλα σε βάρκες.

-Ήρθε η στιγμή; ρωτάει το συνοδό της

-Ναι. Βρήκες το δρόμο. Τώρα μένει να βρεις τους γονείς σου.

-Μπορείς να έρθεις κι εσύ μαζί μου;

-Όχι. Δεν μπορώ να περάσω για δεύτερη φορά από εδώ, όμως θα το ήθελα πολύ να πηγαίναμε παρέα. Ήταν όμορφη η συντροφιά σου.

-Και η δική σου. Κρίμα που δεν μπορείς να έρθεις μαζί μου.

-Θα είμαι κοντά σου όμως. Θα με βλέπεις που και που.

-Που θα μπορώ να σε βρίσκω;

Ο άντρας χαμογέλασε στοργικά και επανέλαβε τα λόγια που της είπε πριν ξεκινήσουν το ταξίδι.

- Σε χαμόγελα και σε δάκρυα. Σε λέξεις και σε στίχους. Στα μικρά αστέρια της νύχτας.

-Θα σε βρίσκω εκεί λοιπόν. Έχε γεια και σε ευχαριστώ.

-Καλό σου ταξίδι Ελένη.

Ο άντρας καβαλά το άλογο του και ιππεύει προς τον ήλιο που δύει. Το κορίτσι οδεύει με βήματα αργά στον καταρράχτη, μαζί με τα άλλα παιδιά που κατευθύνονται στο ίδιο μέρος. Μα πριν μπει, γυρνάει πίσω και φωνάζει στο συνοδό της:

-Περίμενε! Μου είπες τόσα πολλά μα δεν μου είπες το όνομα σου!

Όμως είναι αργά. Ο άντρας βρίσκεται ήδη πολύ μακριά.



…Be right there,

I ll never leave,

All I ask of you,

Believe




Αργά το τραγούδι παύει. Ο Κιθαριστής αφήνει την κιθάρα του. Κοιτάζει τα λαμπρά αστέρια που τον περιβάλουν και σκύβει μελαγχολικά. Πίσω του αρκετοί διαβάτες έχουν σταματήσει και τον χαζεύουν. Κάποιοι από αυτούς θυμούνται αγαπημένα πρόσωπα, ακούγοντας το τραγούδι. Κάποιοι άλλοι αναρωτιούνται πώς θα είναι η ζωή στη χώρα Κάτω από τον Ουρανό, εκεί όπου πήγαινε η Ελένη για να βρει τους γονείς της δίχως να γνωρίζει πως κι εκείνοι, όσο την περίμεναν, άκουγαν το τραγούδι του Κιθαριστή.


So after all, this one night stands

You ‘ve ended up with hearth in hand

A child alone, on your own, retreating…






-Γιατί το έβαλες από την αρχή;

-Μου αρέσει πολύ αυτό το τραγούδι. Μήπως θέλεις να το αλλάξω;

-Όχι. Απλώς...όποτε το ακούω, μου θυμίζει εκείνον.

Το ζευγάρι κοίταξε το μικρό κάδρο στον τοίχο. Έμειναν για λίγο σιωπηλοί.

-Είναι κρίμα που δεν θα γνωρίσει τον παππού της.

-Θα τον γνωρίσει με άλλον τρόπο. Τα ποιήματα του, τα βιβλία του, τα τραγούδια του...

-Πώς θα σου φαινόταν εάν την λέγαμε Ελένη;

-Ελένη; Θα μου άρεσε. Αλλά γιατί Ελένη;

-Ήταν η μούσα του. Δεν ξέρω αν ήταν πρόσωπο υπαρκτό ή φανταστικό, όμως είχε ξεκινήσει να γράφει ένα μεγάλο ποίημα, την Ελένη των Ρόδων. Δεν πρόλαβε να το ολοκληρώσει.

-Θα ήταν όμορφο εάν τη λέγαμε Ελένη.

Λίγο πριν τελειώσει το σύντομο τραγούδι, ο πατέρας έγειρε και ακούμπησε απαλά στην κοιλιά της μητέρας. Λίγες βδομάδες έμεναν μέχρι να γεννηθεί η κόρη τους. Για λίγο η σκέψη του πήγε κάπου αλλού, σε έναν κόσμο όπου δυο διαβάτες, ένας άντρας κι ένα κορίτσι, ο πατέρας και η κόρη του, δύο πρόσωπα που δεν θα γνωριστούν ποτέ, συναντήθηκαν κάτω από τη μελωδία κάποιου μουσικού. Και καθώς το τραγούδι έφτανε στο τέλος του, συνόδευσε με τη φωνή του.


I am the way, I am the light

I am the dark inside the night

I hear you hopes, I feel your dreams

And in the dark, I hear your screams

Be right there,

I ll never leave,

All I ask of you,

Believe




Γιώργος Χατζηκυριάκος

Σεπτέμβριος 2009


*Οι στίχοι, όπως και το όνομα της ιστορίας, είναι από το τραγούδι Believe των Savatage. Μεγάλο μέρος του τραγουδιού βρίσκεται στο τραγούδι Alone You Breath, το οποίο γράφτηκε από τον συνθέτη Jon Oliva για τον κιθαριστή αδελφό του, Criss, ο οποίος, όπως και τόσοι άνθρωποι, έφυγε μια νύχτα στα κλεφτά.